εξωραΐζω

εξωραΐζω
μετ.
1) украшать, разукрашивать, приукрашивать; 2) благоустраивать

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "εξωραΐζω" в других словарях:

  • εξωραΐζω — εξωραΐζω, εξωράισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εξωραΐζω — (Μ ἐξωραΐζω) 1. κάνω κάτι ωραίο, στολίζω, διακοσμώ 2. περιγράφω με επαινετικά λόγια. [ΕΤΥΜΟΛ. < εξ + ωραΐζω (< ωραί ος + (ζω)] …   Dictionary of Greek

  • εξωραΐζω — εξωράισα, εξωραΐστηκα, εξωραϊσμένος, μτβ., κάνω κάποιον ή κάτι ωραίο, καλλωπίζω, ευπρεπίζω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανακαλλωπίζω — καλλωπίζω εκ νέου, εξωραΐζω, ευτρεπίζω πάλι. [ΕΤΥΜΟΛ. ανα * + καλλωπίζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1807 στον Δημήτριο Γουζέ λη, ποιητή και κωμωδιογράφο] …   Dictionary of Greek

  • διακοσμώ — (AM διακοσμῶ, έω) 1. διευθετώ πράγματα με κατάλληλο τρόπο ώστε να αποτελέσουν αρμονικό και καλαίσθητο σύνολο 2. καλλωπίζω, στολίζω 3. εξωραΐζω με γραπτά, γλυπτά, κεντητά κ.ά. κοσμήματα αρχ. 1. τακτοποιώ 2. ρυθμίζω, κανονίζω 3. (στους Στωικούς)… …   Dictionary of Greek

  • εμορφίζω — (Μ ἐμορφίζω) διακοσμώ, στολίζω, εξωραΐζω …   Dictionary of Greek

  • εμορφαίνω — και ομορφαίνω 1. δίνω σε κάτι ομορφιά, εξωραΐζω 2. γίνομαι όμορφος, αποκτώ χάρη («όσο πάει και εμορφαίνει») …   Dictionary of Greek

  • επικαλλύνω — ἐπικαλλύνω (Α) στολίζω επί πλέον, κάνω κάτι πιο ωραίο. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + καλλύνω (< κάλλος) «καλλωπίζω, εξωραΐζω»] …   Dictionary of Greek

  • ευμορφαίνω — και εμορφαίνω και ομορφαίνω (Μ εὐμορφαίνω και ὀμορφαίνω και μορφαίνω) [εύμορφος] καθιστώ κάποιον ή κάτι όμορφο, εξωραΐζω, στολίζω νεοελλ. γίνομαι όμορφος, καλλωπίζομαι …   Dictionary of Greek

  • εφωραΐζω — ἐφωράίζω (Μ) εξωραΐζω, ομορφαίνω κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ὡρα ΐζω (< ὡρ αῖος), πρβλ. εξ ωρα ΐζω] …   Dictionary of Greek

  • ζωγραφίζω — και ζωγραφώ (AM ζωγραφῶ, έω) 1. αναπαριστάνω, απεικονίζω με χρώματα πάνω σε μια επιφάνεια πρόσωπα, ζώα ή πράγματα 2. διακοσμώ με εικόνες, εικονογραφώ («ζωγράφισε το βιβλίο») νεοελλ. 1. καταγίνομαι με τη ζωγραφική 2. μτφ. α) περιγράφω γραπτώς ή με …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»